τλησικάρδιος
τλησικάρδιος
τλησῑ-κάρδιος, ον,
καρδία
hard-hearted, Aesch.
miserable, Aesch.
{ "content": "τλησικάρδιος\n τλησῑ-κάρδιος, ον,\n καρδία\n hard-hearted, Aesch.\n miserable, Aesch.", "key": "tlhsika/rdios" }