ἀντιμειρακιεύομαι
ἀντιμειρακιεύομαι
Dep. to behave petulantly in return, πρός τινα Plut.
{ "content": "ἀντιμειρακιεύομαι\n Dep. to behave petulantly in return, πρός τινα Plut.", "key": "a)ntimeirakieu/omai" }