τιμωρητικός
τιμωρητικός
τῑμωρητικός, ή, όν
from τιμωρέω
revengeful, Arist.; τὰ τιμωρητικά acts of revenge, Arist.
{ "content": "τιμωρητικός\n τῑμωρητικός, ή, όν\n from τιμωρέω\n revengeful, Arist.; τὰ τιμωρητικά acts of revenge, Arist.", "key": "timwrhtiko/s" }