τιμοκρατικός
τιμοκρατικός
from τῑμοκρᾰτία
τῑμοκρᾰτικός, ή, όν
of or for a τιμοκρατία 1, Plat.
ἡ τ. πολιτεία, τιμοκρατία II, Arist.
{ "content": "τιμοκρατικός\n from τῑμοκρᾰτία\n τῑμοκρᾰτικός, ή, όν\n of or for a τιμοκρατία 1, Plat.\n ἡ τ. πολιτεία, τιμοκρατία II, Arist.", "key": "timokratiko/s" }