τευτλόεις
τευτλόεις
τευτλόεις, εσσα, εν
of or full of beet: hence Τεύτλουσσα, Beet-island, Thuc.
{ "content": "τευτλόεις\n τευτλόεις, εσσα, εν\n of or full of beet: hence Τεύτλουσσα, Beet-island, Thuc.", "key": "teutlo/eis" }