View word page
τευκτικός
τευκτικός τευκτικός, ή, όν τυγχάνω able to gain, τινός Arist.

ShortDef

able to gain

Debugging

Headword:
τευκτικός
Headword (normalized):
τευκτικός
Headword (normalized/stripped):
τευκτικος
Intro Text:
τευκτικός τευκτικός, ή, όν τυγχάνω able to gain, τινός Arist.
IDX:
32518
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n32555
Key:
teuktiko/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "τευκτικός\n τευκτικός, ή, όν\n τυγχάνω\n able to gain, τινός Arist.",
  "key": "teuktiko/s"
}