Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

τετραφάληρος
τετράφυλος
τέτραχα
τετραχθά
τετράχοος
τετράχυτρος
τετρεμαίνω
τετρήμερος
τετρήρης
τετρόργυιος
τετρώβολον
τετρώβολος
τέτρωρος
τετρώροφος
τετρώρυγος
τέττα
τεττιγοφόρας
τεττιγώδης
τέττιξ
τετυφωμένως
τεῦγμα
View word page
τετρώβολον
τετρώβολον a four-obol piece, a soldierʼs daily pay, Ar.

ShortDef

a four-obol piece

Debugging

Headword:
τετρώβολον
Headword (normalized):
τετρώβολον
Headword (normalized/stripped):
τετρωβολον
IDX:
32506
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n32543
Key:
tetrw/bolon

Data

{'content': 'τετρώβολον\n a four-obol piece, a soldierʼs daily pay, Ar.', 'key': 'tetrw/bolon'}