Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
τετράμηνος
τετραμοιρία
τετράμοιρος
τέτραξ
τετραορία
τετράορος
τετραπάλαστος
τετράπηχυς
τετραπλάσιος
τετράπλεθρος
τετράπλευρος
τετραπλῇ
τετραπλόος
τετραποδηδόν
τετραποδιστί
τετράπολις
τετράπολος
τετράπορος
τετράπους
τετραπτερυλλίς
τετράπτιλος
View word page
τετράπλευρος
τετράπλευρος τετρά-πλευρος (ᾰ), ον, πλευρόν four-sided, Anth.
ShortDef
four-sided
Debugging
Headword:
τετράπλευρος
Headword (normalized):
τετράπλευρος
Headword (normalized/stripped):
τετραπλευρος
IDX:
32475
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n32512
Key:
tetra/pleuros
Data
{'content': 'τετράπλευρος\n τετρά-πλευρος (ᾰ), ον,\n πλευρόν\n four-sided, Anth.', 'key': 'tetra/pleuros'}