τερέτισμα
τερέτισμα
from τερετίζω
τερέτισμα, ατος, τό,
a whistling, trilling, Anth.
{ "content": "τερέτισμα\n from τερετίζω\n τερέτισμα, ατος, τό,\n a whistling, trilling, Anth.", "key": "tere/tisma" }