τερατολογία
τερατολογία
τερᾰτολογία, ἡ,
a telling of marvels, marvellous tales, Isocr., Luc.
from τερᾰτολόγος
{ "content": "τερατολογία\n τερᾰτολογία, ἡ,\n a telling of marvels, marvellous tales, Isocr., Luc.\n from τερᾰτολόγος", "key": "teratologi/a" }