τειχομελής
τειχομελής
τειχο-μελής, ές
μέλος
walling by music, of Amphionʼs lyre, Anth.
{ "content": "τειχομελής\n τειχο-μελής, ές\n μέλος\n walling by music, of Amphionʼs lyre, Anth.", "key": "teixomelh/s" }