τειχομαχέω
τειχομαχέω
τειχομᾰχέω,
fut. -ήσω
to fight the walls, i. e. to besiege, Hdt., Thuc., etc.; τ. τινί Ar.; πρός τινα Plut.
from τειχομάχης (ᾰ)
{ "content": "τειχομαχέω\n τειχομᾰχέω,\n fut. -ήσω\n to fight the walls, i. e. to besiege, Hdt., Thuc., etc.; τ. τινί Ar.; πρός τινα Plut.\n from τειχομάχης (ᾰ)", "key": "teixomaxe/w" }