τείχισμα
τείχισμα
τείχισμα, ατος, τό,
τειχίζω
a wall or fort, fortification, Eur., Thuc.
{ "content": "τείχισμα\n τείχισμα, ατος, τό,\n τειχίζω\n a wall or fort, fortification, Eur., Thuc.", "key": "tei/xisma" }