ταριχευτής
ταριχευτής
τᾰρῑχευτής, οῦ, ὁ,
from τᾰρῑχεύω
an embalmer, of mummies, Hdt.
{ "content": "ταριχευτής\n τᾰρῑχευτής, οῦ, ὁ,\n from τᾰρῑχεύω\n an embalmer, of mummies, Hdt.", "key": "tarixeuth/s" }