ταξιαρχέω
ταξιαρχέω
ταξιαρχέω,
fut. -ήσω
to be a taxiarch, Ar., Thuc., etc.
from ταξιάρχης
{ "content": "ταξιαρχέω\n ταξιαρχέω,\n fut. -ήσω\n to be a taxiarch, Ar., Thuc., etc.\n from ταξιάρχης", "key": "taciarxe/w" }