τανυσίπτερος
τανυσίπτερος
τᾰνῠσί-πτερος, ον,
τανύω, πτερόν
with extended wings, long-winged, Od., Hes., Ar.
{ "content": "τανυσίπτερος\n τᾰνῠσί-πτερος, ον,\n τανύω, πτερόν\n with extended wings, long-winged, Od., Hes., Ar.", "key": "tanusi/pteros" }