ταλαίπωρος
ταλαίπωρος
τᾰλαί-πωρος, ον,
prob. a form of ταλαπείριος
suffering, miserable, Aesch., etc.:—adv. -ρως, Thuc.
of things, τ. βίος Soph.; πράγματα Ar.
{ "content": "ταλαίπωρος\n τᾰλαί-πωρος, ον,\n prob. a form of ταλαπείριος\n suffering, miserable, Aesch., etc.:—adv. -ρως, Thuc.\n of things, τ. βίος Soph.; πράγματα Ar.", "key": "talai/pwros" }