σωφρονικός
σωφρονικός
σωφρονικός, ή, όν
σώφρων
naturally temperate, moderate, sober, Xen., etc.:—adv. -κῶς, Ar.
{ "content": "σωφρονικός\n σωφρονικός, ή, όν\n σώφρων\n naturally temperate, moderate, sober, Xen., etc.:—adv. -κῶς, Ar.", "key": "swfroniko/s" }