Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σώρακος
σωρείτης
σώρευμα
σωρεύω
σωρηδόν
σωρός
σωσίπολις
σῶς
σωστέος
σῶστρα
σώτειρα
σωτηρία
σωτήριος
σωτήρ
σωφρονέω
σωφρόνημα
σωφρονητέον
σωφρονητικός
σωφρονίζω
σωφρονικός
σωφρονιστήρ
View word page
σώτειρα
σώτειρα σώτειρα, ἡ, σωτήρ fem. of σωτήρ, Hdt., Eur., etc. epith. of goddesses (cf. Juno Sospita), Pind., Ar.
ShortDef
savior; epithet of various goddesses
Debugging
Headword:
σώτειρα
Headword (normalized):
σώτειρα
Headword (normalized/stripped):
σωτειρα
IDX:
32002
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n32038
Key:
sw/teira
Data
{'content': 'σώτειρα\n σώτειρα, ἡ,\n σωτήρ\n fem. of σωτήρ, Hdt., Eur., etc.\n epith. of goddesses (cf. Juno Sospita), Pind., Ar.', 'key': 'sw/teira'}