Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σῶμα
σωμασκέω
σωμασκία
σωματικός
σωμάτιον
σωματοειδής
σωματοποιέω
σωματοφθορέω
σωματοφυλάκιον
σωπάω
σώρακος
σωρείτης
σώρευμα
σωρεύω
σωρηδόν
σωρός
σωσίπολις
σῶς
σωστέος
σῶστρα
σώτειρα
View word page
σώρακος
σώρακος σώρᾰκος, ὁ, σωρός a basket or box, Babr.
ShortDef
a basket
Debugging
Headword:
σώρακος
Headword (normalized):
σώρακος
Headword (normalized/stripped):
σωρακος
IDX:
31992
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n32028
Key:
sw/rakos
Data
{'content': 'σώρακος\n σώρᾰκος, ὁ,\n σωρός\n a basket or box, Babr.', 'key': 'sw/rakos'}