σωματοειδής
σωματοειδής
σωμᾰτο-ειδής, ές
εἶδος
of the nature of a body, bodily, material, Plat.
{ "content": "σωματοειδής\n σωμᾰτο-ειδής, ές\n εἶδος\n of the nature of a body, bodily, material, Plat.", "key": "swmatoeidh/s" }