σχολαῖος
σχολαῖος
σχολαῖος, α, ον
σχολή
at oneʼs leisure, leisurely, tardy, Thuc., Xen.:—adv. -ως, Xen.; comp. σχολαίτερα Hdt.; or -αίτερον, Thuc.; Sup. -αίτατα, Xen.
{ "content": "σχολαῖος\n σχολαῖος, α, ον\n σχολή\n at oneʼs leisure, leisurely, tardy, Thuc., Xen.:—adv. -ως, Xen.; comp. σχολαίτερα Hdt.; or -αίτερον, Thuc.; Sup. -αίτατα, Xen.", "key": "sxolai=os" }