σχοινοβάτης
σχοινοβάτης
σχοινο-βάτης (ᾰ), ου, ὁ,
βαίνω
a rope-dancer, schoenobates in Juven.
{ "content": "σχοινοβάτης\n σχοινο-βάτης (ᾰ), ου, ὁ,\n βαίνω\n a rope-dancer, schoenobates in Juven.", "key": "sxoinoba/ths" }