σχετλιασμός
σχετλιασμός
from σχετλιάζω
σχετλιασμός, οῦ, ὁ,
passionate complaint, Thuc., Arist.
{ "content": "σχετλιασμός\n from σχετλιάζω\n σχετλιασμός, οῦ, ὁ,\n passionate complaint, Thuc., Arist.", "key": "sxetliasmo/s" }