Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σχέδιος
σχεδόθεν
σχεδόν
σχέθω
σχελίς
σχένδυλα
Σχερία
σχερός
σχέσις
σχετήριον
σχετλιάζω
σχετλιασμός
σχέτλιος
σχῆμα
σχηματίζω
σχημάτιον
σχηματισμός
σχηματοποιέω
σχίδαξ
σχίζα
σχίζω
View word page
σχετλιάζω
σχετλιάζω σχετλιάζω, fut. -άσω to complain of hardship, to complain angrily, inveigh bitterly, Ar., Oratt.
ShortDef
to complain of hardship, to complain angrily, inveigh bitterly
Debugging
Headword:
σχετλιάζω
Headword (normalized):
σχετλιάζω
Headword (normalized/stripped):
σχετλιαζω
IDX:
31940
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31976
Key:
sxetlia/zw
Data
{'content': 'σχετλιάζω\n σχετλιάζω,\n fut. -άσω\n to complain of hardship, to complain angrily, inveigh bitterly, Ar., Oratt.', 'key': 'sxetlia/zw'}