σχετήριον
σχετήριον
σχετήριον, ου, τό,
σχεῖν
a check, remedy, λιμοῦ against hunger, Eur.
{ "content": "σχετήριον\n σχετήριον, ου, τό,\n σχεῖν\n a check, remedy, λιμοῦ against hunger, Eur.", "key": "sxeth/rion" }