σφιγκτός
σφιγκτός
σφιγκτός, ή, όν
verb. adj. of σφίγγω
tight-bound: neut. pl. σφιγκτά as adv., Anth.
{ "content": "σφιγκτός\n σφιγκτός, ή, όν\n verb. adj. of σφίγγω\n tight-bound: neut. pl. σφιγκτά as adv., Anth.", "key": "sfigkto/s" }