σφαιροειδής
σφαιροειδής
σφαιρο-ειδής, ές
εἶδος
ball-like, spherical, Plat.; σφαιροειδές, τό, a rounded end (cf. σφαιρόω II), Xen.
{ "content": "σφαιροειδής\n σφαιρο-ειδής, ές\n εἶδος\n ball-like, spherical, Plat.; σφαιροειδές, τό, a rounded end (cf. σφαιρόω II), Xen.", "key": "sfairoeidh/s" }