σφαγιασμός
σφαγιασμός
from σφαγιάζομαι
σφᾰγιασμός, οῦ, ὁ,
a slaying, sacrificing, Eur., Plut.
{ "content": "σφαγιασμός\n from σφαγιάζομαι\n σφᾰγιασμός, οῦ, ὁ,\n a slaying, sacrificing, Eur., Plut.", "key": "sfagiasmo/s" }