συστρατιώτης
συστρατιώτης
συ-στρᾰτιώτης, ου, ὁ,
a fellow-soldier, Lat. commilito, Xen., etc.
{ "content": "συστρατιώτης\n συ-στρᾰτιώτης, ου, ὁ,\n a fellow-soldier, Lat. commilito, Xen., etc.", "key": "sustratiw/ths" }