Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

σύσσωμος
συσσωφρονέω
συσταδόν
συστασιαστής
σύστασις
συστασιώτης
συστάς
συστασιάζω
συστατικός
συσταυρόομαι
συστεγάζω
συστέλλω
συστενάζω
συστένω
συστεφανόω
σύστημα
συστοιχέω
συστοιχία
σύστοιχος
συστολή
συστολίζω
View word page
συστεγάζω
συστεγάζω fut. σω to cover entirely, τινί with a thing, Plat.:—Pass., Xen.

ShortDef

to cover entirely

Debugging

Headword:
συστεγάζω
Headword (normalized):
συστεγάζω
Headword (normalized/stripped):
συστεγαζω
IDX:
31813
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31849
Key:
sustega/zw

Data

{'content': 'συστεγάζω\n fut. σω\n to cover entirely, τινί with a thing, Plat.:—Pass., Xen.', 'key': 'sustega/zw'}