σύσσημον
σύσσημον
σύσ-σημον, ου, τό,
σῆμα
a fixed sign or signal, NTest.
a pledge, Anth.
{ "content": "σύσσημον\n σύσ-σημον, ου, τό,\n σῆμα\n a fixed sign or signal, NTest.\n a pledge, Anth.", "key": "su/sshmon" }