ἀντιδιατίθημι
ἀντιδιατίθημι
mid., to offer resistance, τοὺς ἀντιδιατιθεμένους opponents, NTest.
{ "content": "ἀντιδιατίθημι\n mid., to offer resistance, τοὺς ἀντιδιατιθεμένους opponents, NTest.", "key": "a)ntidiati/qemai" }