Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συσκηνόω
συσκιάζω
σύσκιος
συσκοπέω
συσκοτάζω
συσκυθρωπάζω
συσπαράσσω
σύσπαστος
συσπάω
συσπειράω
συσπείρω
συσπένδω
συσπεύδω
συσπλαγχνεύω
σύσπονδος
συσπουδάζω
συσσαίνομαι
συσσεβίζω
συσσεύω
συσσημαίνω
σύσσημον
View word page
συσπείρω
συσπείρω fut. ερῶ to sow together, Luc.
ShortDef
to sow together
Debugging
Headword:
συσπείρω
Headword (normalized):
συσπείρω
Headword (normalized/stripped):
συσπειρω
Intro Text:
συσπείρω fut. ερῶ to sow together, Luc.
IDX:
31787
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31823
Key:
suspei/rw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συσπείρω\n fut. ερῶ\n to sow together, Luc.", "key": "suspei/rw" }