Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συρφετώδης
συσκεδάννυμι
συσκευάζω
σύρω
συσκευασία
συσκευωρέομαι
συσκηνέω
συσκηνία
συσκήνια
σύσκηνος
συσκηνόω
συσκιάζω
σύσκιος
συσκοπέω
συσκοτάζω
συσκυθρωπάζω
συσπαράσσω
σύσπαστος
συσπάω
συσπειράω
συσπείρω
View word page
συσκηνόω
συσκηνόω fut. ώσω, = συσκηνέω, Xen.
ShortDef
be in the same tent/mess/ship berth
Debugging
Headword:
συσκηνόω
Headword (normalized):
συσκηνόω
Headword (normalized/stripped):
συσκηνοω
Intro Text:
συσκηνόω fut. ώσω, = συσκηνέω, Xen.
IDX:
31777
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31813
Key:
suskhno/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συσκηνόω\n fut. ώσω,\n = συσκηνέω, Xen.", "key": "suskhno/w" }