συρφετώδης
συρφετώδης
συρφετ-ώδης, ες
συρφετός, εἶδος
jumbled together, promiscuous, Luc.
{ "content": "συρφετώδης\n συρφετ-ώδης, ες\n συρφετός, εἶδος\n jumbled together, promiscuous, Luc.", "key": "surfetw/dhs" }