Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σύρμα
συρμός
Σύρος
Σῦρος
Συροφοῖνιξ
σύρραξις
συρράπτω
συρρέζω
συρρέω
συρρήγνυμι
συρριζόομαι
Σύρτις
σύρφαξ
συρφετός
συρφετώδης
συσκεδάννυμι
συσκευάζω
σύρω
συσκευασία
συσκευωρέομαι
συσκηνέω
View word page
συρριζόομαι
συρριζόομαι Pass. to have the roots united, Luc.
ShortDef
to have the roots united
Debugging
Headword:
συρριζόομαι
Headword (normalized):
συρριζόομαι
Headword (normalized/stripped):
συρριζοομαι
Intro Text:
συρριζόομαι Pass. to have the roots united, Luc.
IDX:
31763
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31799
Key:
surrizo/omai
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συρριζόομαι\n Pass. to have the roots united, Luc.", "key": "surrizo/omai" }