Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Συρακόσιος
Συράκουσαι
Σύρα
σύργαστρος
σύρδην
Συρία
σύριγμα
συριγμός
σῦριγξ
συρίζω
Συρίζω
Συριηγενής
συρικτήρ
συρικτής
Σύριος
συρισμός
συριστής
Συριστί
συρμαία
συρμαΐζω
σύρμα
View word page
Συρίζω
Συρίζω fut. σω Σύρος to speak like a Syrian, Luc.
ShortDef
to play the syrinx
to speak like a Syrian
Debugging
Headword:
Συρίζω
Headword (normalized):
συρίζω
Headword (normalized/stripped):
συριζω
Intro Text:
Συρίζω fut. σω Σύρος to speak like a Syrian, Luc.
IDX:
31743
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31778
Key:
*suri/zw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "Συρίζω\n fut. σω\n Σύρος\n to speak like a Syrian, Luc.", "key": "*suri/zw" }