συοφόντης
συοφόντης
συο-φόντης, ου, ὁ,
σῦς, Φένω
swine-slayer; fem. συοφόντις, Anth.
{ "content": "συοφόντης\n συο-φόντης, ου, ὁ,\n σῦς, Φένω\n swine-slayer; fem. συοφόντις, Anth.", "key": "suofo/nths" }