συνώμοτος
συνώμοτος
συνώμοτος, ον,
συνόμνυμι
leagued by oath: ξυνώμοτον, τό, a confederacy, Thuc.
{ "content": "συνώμοτος\n συνώμοτος, ον,\n συνόμνυμι\n leagued by oath: ξυνώμοτον, τό, a confederacy, Thuc.", "key": "sunw/motos" }