συνωμότης
συνωμότης
συνωμότης, ου, ὁ,
συνόμνυμι
a fellow-conspirator, confederate, Hdt., Attic
{ "content": "συνωμότης\n συνωμότης, ου, ὁ,\n συνόμνυμι\n a fellow-conspirator, confederate, Hdt., Attic", "key": "sunwmo/ths" }