Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συντρίβω
συντριήραρχος
συντριηραρχέω
συντροφία
σύντροφος
συντροχάζω
συντυγχάνω
συντυραννοκτονέω
συντυρόω
συντυχία
συνύπατος
συνυποδείκνυμι
συνυποδύομαι
συνυποκρίνομαι
συνυποτίθεμαι
συνυπουργέω
συνυφαίνω
συνωδίνω
συνῳδός
συνωθέω
συνωμοσία
View word page
συνύπατος
συνύπατος συν-ύπᾰτος, ὁ, a colleague in the consulship.
ShortDef
a colleague in the consulship
Debugging
Headword:
συνύπατος
Headword (normalized):
συνύπατος
Headword (normalized/stripped):
συνυπατος
Intro Text:
συνύπατος συν-ύπᾰτος, ὁ, a colleague in the consulship.
IDX:
31707
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31742
Key:
sunu/patos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συνύπατος\n συν-ύπᾰτος, ὁ,\n a colleague in the consulship.", "key": "sunu/patos" }