View word page
συντριηραρχέω
συντριηραρχέω to be a συντριήραρχος, Lys.

ShortDef

to be a συντριήραρχος

Debugging

Headword:
συντριηραρχέω
Headword (normalized):
συντριηραρχέω
Headword (normalized/stripped):
συντριηραρχεω
Intro Text:
συντριηραρχέω to be a συντριήραρχος, Lys.
IDX:
31699
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31734
Key:
suntrihrarxe/w

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "συντριηραρχέω\n to be a συντριήραρχος, Lys.",
  "key": "suntrihrarxe/w"
}