συντράπεζος
συντράπεζος
συν-τράπεζος (ᾰ), ον,
τράπεζα
a messmate, Xen.; βίον σ. ἔχειν to live with one, Eur.
{ "content": "συντράπεζος\n συν-τράπεζος (ᾰ), ον,\n τράπεζα\n a messmate, Xen.; βίον σ. ἔχειν to live with one, Eur.", "key": "suntra/pezos" }