συντανύω
συντανύω
fut. ύσω
= συντείνω
to stretch together, πολλῶν πείρατα συντανύσαις (Doric for -ύσας) bringing together the issues of many events, Pind.
{ "content": "συντανύω\n fut. ύσω\n = συντείνω\n to stretch together, πολλῶν πείρατα συντανύσαις (Doric for -ύσας) bringing together the issues of many events, Pind.", "key": "suntanu/w" }