συνόχωκα
συνόχωκα
Epic intr. perf. of συνέχω, for συνόκωχα
to be held together, ὤμω ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε shoulders contracted upon the chest, Il.
{ "content": "συνόχωκα\n Epic intr. perf. of συνέχω, for συνόκωχα\n to be held together, ὤμω ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε shoulders contracted upon the chest, Il.", "key": "suno/xwka" }