συνουσιαστικός
συνουσιαστικός
συνουσιαστικός, ή, όν
suited for society, sociable, Ar.
{ "content": "συνουσιαστικός\n συνουσιαστικός, ή, όν\n suited for society, sociable, Ar.", "key": "sunousiastiko/s" }