σύνορος
σύνορος
σύν-ορος, Ionic -ουρος, ον,
conterminous with, τῇ Ἀττίκῃ or τῆς Ἀττίκης Plut.: metaph., κόνις πηλοῦ κάσις ξύνουρος dust twin-sister of mud, Aesch.
{ "content": "σύνορος\n σύν-ορος, Ionic -ουρος, ον,\n \n \n conterminous with, τῇ Ἀττίκῃ or τῆς Ἀττίκης Plut.: metaph., κόνις πηλοῦ κάσις ξύνουρος dust twin-sister of mud, Aesch.", "key": "su/noros" }