Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συνομοιοπαθέω
συνομολογέω
συνομορέω
συνομώνυμος
συνοπαδός
σύνοπλος
συνοπτικός
σύνοπτος
συνοράω
συνοργίζομαι
συνορέω
σύνορθρος
συνορίνω
σύνορκος
συνορμίζω
συνόρνυμαι
σύνορος
συνουσία
συνουσιαστής
συνουσιαστικός
συνοφρυόομαι
View word page
συνορέω
συνορέω fut. ήσω σύνορος to be conterminous, Polyb.
ShortDef
to be conterminous
Debugging
Headword:
συνορέω
Headword (normalized):
συνορέω
Headword (normalized/stripped):
συνορεω
Intro Text:
συνορέω fut. ήσω σύνορος to be conterminous, Polyb.
IDX:
31634
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31669
Key:
sunore/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συνορέω\n fut. ήσω\n σύνορος\n to be conterminous, Polyb.", "key": "sunore/w" }