συνοπτικός
συνοπτικός
συν-οπτικός, ή, όν
from συνοράω
ὄψομαι
seeing the whole together, taking a comprehensive view, Plat.
{ "content": "συνοπτικός\n συν-οπτικός, ή, όν\n from συνοράω\n ὄψομαι\n seeing the whole together, taking a comprehensive view, Plat.", "key": "sunoptiko/s" }